Στις 25 του Γενάρη σε μυστική σύσκεψη μελών της προτεσταντικής κυβέρνησης, της στρατιωτικής και της αστυνομικής διοίκησης αποφασίζεται το αιματοκύλισμα της διαδήλωσης. Οι Βρετανοί επιστρατεύουν τους διαβόητους για τη σκληρότητά τους αλεξιπτωτιστές της μονάδας «Para-1».
Την Κυριακή 30 του Γενάρη 1972, παρά την απειλητική ατμόσφαιρα, ένα μαχητικό πλήθος περίπου 10.000 Καθολικών συγκεντρώνεται σε μια από τις καθολικές συνοικίες και ξεκινά πορεία για το ιστορικό κέντρο του Λοντοντέρι. Οταν οι δυνάμεις καταστολής σταματάνε τους διαδηλωτές, οι διοργανωτές της πορείας καλούν τον κόσμο να διαλυθεί για να μη δώσουν πάτημα στον αντίπαλο. Πραγματικά, το πλήθος διαλύεται, ενώ τελευταία αποχωρεί μια ομάδα νεαρών που είχαν προηγουμένως πετάξει πέτρες κατά των σιδερόφραχτων αστυνομικών. Τη στιγμή της αποχώρησης, όμως, βγαίνουν από τα οδοφράγματα της Αστυνομίας οι αλεξιπτωτιστές της «Para-1» και αρχίζουν να καταδιώκουν τους διαδηλωτές, να συλλαμβάνουν αδιακρίτως και να κακοποιούν βάναυσα όποιον έβρισκαν μπροστά τους. Ταυτόχρονα, τεθωρακισμένα οχήματα των ειδικών δυνάμεων εισβάλλουν από τρία διαφορετικά σημεία και αποβιβάζουν στρατιώτες που παίρνουν θέσεις απέναντι στους εναπομείναντες διαδηλωτές. Ξαφνικά, ακούγονται ριπές αυτομάτου όπλου και ένας 17χρονος πέφτει νεκρός. Ακολουθεί πανικός, πανδαιμόνιο, καταιγισμός πυροβολισμών και μέσα στα επόμενα δέκα λεπτά, η άσφαλτος βάφεται κόκκινη από το αίμα 13 νεκρών και 16 βαριά τραυματισμένων. Ολα σχεδόν τα θύματα είναι νέοι και παιδιά, ηλικίας 16-25 ετών.
Ο θρήνος στα γκέτο των Καθολικών συνοδεύεται από πολιτικό σάλο. Ο βουλευτής του Εργατικού Κόμματος Τζον Χιούμ, αυτόπτης μάρτυρας της σφαγής, καταγγέλλει ότι πωρωμένοι αλεξιπτωτιστές πυροβολούσαν πισώπλατα άοπλους εφήβους που προσπαθούσαν να σωθούν και μιλάει για «Ματωμένη Κυριακή», όπως θα μείνει στην Ιστορία η 30ή του Γενάρη 1972.Η διεθνής κατακραυγή που ξέσπασε ανάγκασε τη Συντηρητική κυβέρνση του Έντουαρτ Χηθ να προχωρήσει σε έρευνα του αιματηρού συμβάντος. Ο αρχιδικαστής Γουάιτζερυ, που επελήφθη της υποθέσεως, δεν απέδωσε ευθύνες στους στρατιώτες, υιοθετώντας πλήρως τη στρατιωτική εκδοχή της σφαγής, που αποδόθηκε στο κλασικό επιχείρημα της αυτοάμυνας, μια και «ανάμεσα στους διαδηλωτές υπήρχαν μέλη του IRA που άνοιξαν πυρ».
Το 1998 ο Τόνι Μπλερ ύστερα από πιέσεις της ιρλανδικής πλευράς ανέθεσε στον λόρδο Σαβίλ να διεξαγάγει νέα έρευνα για την υπόθεση. Στα στοιχεία που συλλέχθηκαν κατά την διάρκεια της έρευνας περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, έγγραφα που αποδεικνύουν την ύπαρξη εντολής «υψηλά ισταμένου στρατιωτικού» να πυροβολούνται με πραγματικά πυρά οι διαδηλωτές.
Πηγές:



